Τελευταία Νέα
Διεθνή

Δόλιο σχέδιο: Οι ΗΠΑ με το... καρότο των οικονομικών deals στήνουν παγίδα στη Ρωσία - «Δεν σβήνει η κόλαση των κυρώσεων»

Δόλιο σχέδιο: Οι ΗΠΑ με το... καρότο των οικονομικών deals στήνουν παγίδα στη Ρωσία - «Δεν σβήνει η κόλαση των κυρώσεων»
Η ρωσική πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη να θεωρήσει μερικά επιχειρηματικά projects υποκατάστατο μιας ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας
Μπορούν οι επιχειρηματικές συμφωνίες να πετύχουν εκεί όπου οι κυρώσεις και η στρατιωτική πίεση δεν έχουν μέχρι σήμερα φέρει αποτέλεσμα;
Η κυβέρνηση του Donald Trump φαίνεται να εξετάζει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο, ανοίγοντας έναν νέο και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα δρόμο στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, η Ουάσιγκτον εξετάζει την πιθανότητα να προχωρήσει σε οικονομικές συμφωνίες με τη Μόσχα ακόμη και πριν τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη θέση του Trump ότι ουσιαστική οικονομική συνεργασία με τη Ρωσία θα μπορούσε να επανέλθει μόνο μετά τη διευθέτηση του πολέμου.
Πηγές που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις ανέφεραν στους New York Times ότι η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί πλέον πιθανό ορισμένες συμφωνίες να προηγηθούν μιας τελικής ειρήνης, ώστε να αποδείξουν στη ρωσική πλευρά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν σοβαρά την προοπτική μιας νέας σχέσης με τη Μόσχα.
Με άλλα λόγια, η οικονομία ενδέχεται να μετατραπεί από ανταμοιβή μετά την ειρήνη σε εργαλείο για την επίτευξή της.
trump_2_22.jpg

Το «καρότο» δίπλα στο μαστίγιο


Η χρονική στιγμή της αποκάλυψης είναι εντυπωσιακή.
Μόλις δύο ημέρες νωρίτερα, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε με ψήφους 262 έναντι 159 το σαρωτικό νομοσχέδιο του εκλιπόντος γερουσιαστή Lindsey O. Graham για κυρώσεις σε Ρωσία και Ιράν, το οποίο είχε ήδη περάσει από τη Γερουσία και βρίσκεται πλέον ενώπιον του Donald Trump.
Το νομοσχέδιο προβλέπει νέες κυρώσεις εναντίον του ρωσικού ενεργειακού και αμυντικού τομέα, οικονομικών οργανισμών και δικτύων που διευκολύνουν την παράκαμψη των υφιστάμενων περιορισμών.
Παράλληλα δίνει στον Αμερικανό πρόεδρο τη δυνατότητα να επιβάλει δασμούς έως και 100% σε χώρες που αγοράζουν σημαντικές ποσότητες ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου.
Φαινομενικά πρόκειται για δύο αντίθετες πολιτικές.
Από τη μία, η Ουάσιγκτον ετοιμάζεται να αυξήσει δραματικά την οικονομική πίεση στη Ρωσία.
Από την άλλη, εξετάζει συμφωνίες που θα μπορούσαν να φέρουν αμερικανικό κεφάλαιο, τεχνολογία και επιχειρήσεις ξανά στη ρωσική αγορά.
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό μπορεί να αποτελεί την ουσία της διαπραγματευτικής τακτικής Trump: να τοποθετηθούν ταυτόχρονα στο τραπέζι το κόστος της συνέχισης του πολέμου και τα οικονομικά οφέλη μιας συμφωνίας.
Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση είχε υποστηρίξει το νομοσχέδιο των κυρώσεων, επισημαίνοντας μάλιστα ότι περιλαμβάνει σημαντική προεδρική ευχέρεια για εξαιρέσεις και δυνατότητα τερματισμού κυρώσεων μετά από ειρηνευτική συμφωνία.
Αυτό σημαίνει ότι η πίεση και τα οικονομικά κίνητρα δεν είναι απαραίτητα δύο ασύνδετες στρατηγικές.
Θα μπορούσαν να αποτελέσουν τις δύο πλευρές της ίδιας διαπραγμάτευσης.

Τι μπορεί να προσφέρει η Μόσχα

Το σημαντικότερο ερώτημα είναι τι ακριβώς θα μπορούσαν να κάνουν μαζί Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία.
Οι συγκεκριμένες συμφωνίες που εξετάζει η κυβέρνηση Trump δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Ωστόσο, η ρωσική πλευρά έχει ήδη παρουσιάσει στην Ουάσιγκτον αρκετές ιδέες.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται κοινά έργα στην Αρκτική, συνεργασία στην εξόρυξη κρίσιμων και σπάνιων γαιών, επενδύσεις στο αλουμίνιο και πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων στην εμπορία ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Σύμφωνα με αναφορές που βασίζονται στο δημοσίευμα των New York Times, οικονομικά ζητήματα και μεγάλα δυνητικά ρωσοαμερικανικά projects είχαν τεθεί και στις πρόσφατες συνομιλίες των Steve Witkoff και Jared Kushner με τον Vladimir Putin.
Η Αρκτική παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η Ρωσία διαθέτει τεράστια αποθέματα ενεργειακών πόρων και πρώτων υλών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστήσει την πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά μία από τις βασικές στρατηγικές προτεραιότητές τους.
Η κυβέρνηση Trump έχει ήδη ανακοινώσει δεκάδες συμφωνίες και επενδύσεις για την ενίσχυση της αμερικανικής πρόσβασης σε κρίσιμα υλικά, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένες αλυσίδες εφοδιασμού — κυρίως από την Κίνα.
Υπό αυτή την έννοια, η οικονομική συνεργασία με τη Ρωσία δεν είναι εντελώς παράλογη από αμερικανική στρατηγική σκοπιά.
Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολη.

alaska_6.jpg
Το τείχος των κυρώσεων


Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο.
Οι πολιτικές προθέσεις δεν αρκούν για να ξανανοίξει σε μεγάλη κλίμακα η οικονομική σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.
Το πλέγμα κυρώσεων που έχει οικοδομηθεί από το 2014 και ιδιαίτερα μετά το 2022 είναι τεράστιο.
Τράπεζες, ενεργειακές επιχειρήσεις, τεχνολογικές εταιρείες, επενδύσεις, μεταφορές και χρηματοοικονομικές συναλλαγές υπόκεινται σε διαφορετικούς περιορισμούς. Ορισμένοι μπορούν να χαλαρώσουν από την εκτελεστική εξουσία, άλλοι έχουν ισχυρή νομοθετική βάση και συνεπώς η επαναφορά μιας μεγάλης οικονομικής συνεργασίας δεν μπορεί να γίνει με μία μόνο απόφαση του Λευκού Οίκου.
Ακριβώς αυτό επισημαίνουν και Ρώσοι αναλυτές.
Ο πολιτικός επιστήμονας Gevorg Mirzayan θεωρεί ότι πιθανές συμφωνίες στους τομείς των σπάνιων γαιών ή της Αρκτικής θα αντιμετωπίσουν αμέσως το πρόβλημα των κυρώσεων.
Κατά την εκτίμησή του, χωρίς ουσιαστική αλλαγή του καθεστώτος περιορισμών, τα μεγαλεπήβολα σχέδια οικονομικής συνεργασίας δύσκολα μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικά projects.
Υπάρχει, επιπλέον, ένα δεύτερο πρόβλημα: η οικονομική σχέση των δύο χωρών δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη ούτε πριν από τον πόλεμο.
Το 2019, όταν οι σημερινές κυρώσεις δεν υπήρχαν ακόμη στην έκτασή τους, οι αμερικανικές εξαγωγές αγαθών προς τη Ρωσία ανέρχονταν σε περίπου 5,8 δισ. δολάρια και οι εισαγωγές σε 22,3 δισ. δολάρια.
Το συνολικό εμπόριο αγαθών ήταν δηλαδή περίπου 28 δισ. δολάρια — μικρό σε σύγκριση με τις εμπορικές σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα, τον Καναδά ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γιατί λοιπόν ενδιαφέρεται ο Trump;

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση.
Η αξία των συμφωνιών δεν χρειάζεται να είναι αποκλειστικά οικονομική.
Μπορεί να είναι κυρίως πολιτική και στρατηγική.
Σύμφωνα με πηγή που επικαλούνται οι New York Times, η λογική της κυβέρνησης είναι ότι πραγματικές οικονομικές συμφωνίες θα μπορούσαν να πείσουν ακόμη και πιο δύσπιστους κύκλους γύρω από τον Vladimir Putin ότι ο Donald Trump πράγματι επιθυμεί μια διαφορετική σχέση με τη Ρωσία.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Για τη Μόσχα, μια συμφωνία για την Ουκρανία δεν αφορά μόνο το ουκρανικό έδαφος.
Συνδέεται με κυρώσεις, NATO, ενεργειακές σχέσεις, δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία και το συνολικό πλαίσιο σχέσεων Ρωσίας-Δύσης.
Εάν η αμερικανική κυβέρνηση θέλει πραγματικά να πείσει τη ρωσική ηγεσία ότι μετά από μια συμφωνία μπορεί να ακολουθήσει μια διαφορετική γεωπολιτική πραγματικότητα, ένα οικονομικό project μπορεί να έχει μεγαλύτερη συμβολική σημασία από την πραγματική χρηματική του αξία.
Ο Trump δήλωσε μόλις στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά από επικοινωνία με τον Putin, ότι θεωρεί πως ο Ρώσος πρόεδρος θέλει να υπάρξει συμφωνία, αν και παραμένουν μεγάλες διαφορές μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.
trump_b_11.jpg

Η Μόσχα παραμένει επιφυλακτική


Η ρωσική πλευρά, ωστόσο, δεν φαίνεται διατεθειμένη να θεωρήσει μερικά επιχειρηματικά projects υποκατάστατο μιας ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας.
Ο βουλευτής Alexey Chepa υποστηρίζει ότι οικονομικά ανοίγματα δεν μπορούν από μόνα τους να επιλύσουν το ουκρανικό ζήτημα, ιδιαίτερα όταν την ίδια στιγμή το αμερικανικό Κογκρέσο εγκρίνει νέο πακέτο κυρώσεων.
Το Κρεμλίνο έχει κάνει παρόμοια δημόσια τοποθέτηση.
Ο Dmitry Peskov προειδοποίησε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι η υιοθέτηση νέων αμερικανικών κυρώσεων θα έκανε δυσκολότερη την ειρηνευτική διαδικασία και χαρακτήρισε τα πρόσθετα περιοριστικά μέτρα «μη φιλική ενέργεια».
Επομένως, η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο τεστ αξιοπιστίας: πόσο πειστικό μπορεί να είναι το «καρότο» όταν το «μαστίγιο» γίνεται ταυτόχρονα βαρύτερο;

Το μεγαλύτερο διακύβευμα δεν είναι οι μπίζνες


Υπάρχει όμως ένας τομέας στον οποίο Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες δύσκολα μπορούν να αποφύγουν τη συνεργασία, ανεξαρτήτως εμπορίου: η στρατηγική σταθερότητα.
Οι δύο χώρες διαθέτουν τα μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια στον κόσμο.
Η διαχείριση των πυρηνικών κινδύνων, των στρατηγικών όπλων, των μηχανισμών επικοινωνίας και της αποτροπής μιας ανεξέλεγκτης στρατιωτικής κλιμάκωσης έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από οποιοδήποτε συμβόλαιο εξόρυξης ή ενεργειακό project.
Και σε αυτό το σημείο η ρωσική κριτική έχει μια ουσιαστική βάση: οι εμπορικές συμφωνίες μπορούν να βοηθήσουν στη δημιουργία πολιτικού κλίματος, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Αυτό ακριβώς κάνει τη νέα προσέγγιση Trump τόσο ενδιαφέρουσα.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να εξετάζει ένα μοντέλο στο οποίο οι επιχειρήσεις δεν έρχονται μετά τη γεωπολιτική συμφωνία, αλλά γίνονται τμήμα της διαπραγμάτευσης που μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν.
Κυρώσεις από τη μία. Επενδύσεις από την άλλη.
Πίεση και κίνητρα στο ίδιο τραπέζι.
Το αν αυτή η στρατηγική μπορεί πράγματι να αλλάξει τους υπολογισμούς του Vladimir Putin μένει να αποδειχθεί.
Αν όμως οι πληροφορίες των New York Times επιβεβαιωθούν στην πράξη, τότε η μεγαλύτερη αλλαγή ίσως δεν αφορά ούτε τις σπάνιες γαίες ούτε την Αρκτική.
Θα αφορά το γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Ουάσιγκτον εξετάζει σοβαρά την οικονομική σχέση με τη Μόσχα όχι απλώς ως κάτι που μπορεί να υπάρξει μετά τον πόλεμο, αλλά ως ένα από τα εργαλεία που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να φθάσει ο πόλεμος στο τέλος του.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης